Pause

Κοίταξα το ρολόι στο κομοδίνο. Ήταν 5:14 τα ξημερώματα. Το κρεβάτι μου φάνταζε άδειο μιας και αυτή έλειπε. ‘Τι έκανε τέτοια ώρα ξύπνια;’, σκέφτηκα. Πήγα μέχρι την κουζίνα να βάλω ένα ποτήρι νερό. Η μυρωδιά της πλανιόταν διάχυτη μέσα στο σπίτι. Μου άρεσε αυτό το μίγμα από άρωμα, concealer και lip gloss. Καθώς έβγαζα το μπουκάλι απ’το ψυγείο, άκουσα έναν αναπτήρα να ανάβει στο σαλόνι. Γυρνώντας την είδα να κάθεται στον καναπέ μέσα στο σκοτάδι. Με το ένα χέρι κρατούσε ένα ποτήρι κρασί και με το άλλο κάπνιζε. Την πλησίασα και διέκρινα από τα μάτια της μέχρι το στήθος της δύο ρυάκια ανάμικτα από δάκρυα και μάσκαρα. Θα πρέπει να έκλαιγε για λίγη ώρα.

«Είσαι καλά; Τι έχεις;», ρώτησα.

«Θα μου περάσει, θέλω να καθήσω λίγο εδώ μόνη μου. Πήγαινε μέσα και θα έρθω σε πέντε λεπτά.»

Ήθελα να την αγκαλιάσω. Αντιθέτως στεκόμουν εκεί, να ταλαντεύομαι ανάμμεσα στα αισθήματά μου και στην πραγματικότητα. Ένιωθα στο στήθος μου έναν περίεργο πόνο. Πάντοτε έψαχνε για κάτι πιο πέρα, κάτι που βρισκόταν ψηλότερα από εμένα. Δεν μπορούσα να της δώσω αυτό που ζητούσε και εξαγριωνόμουν. Όχι με αυτήν αλλά με τον εαυτό μου. Ήμουν αναλώσιμος και είχαμε ημερομηνία λήξης. Το γεγονός ότι δεν μπορούσα να της προσφέρω ούτε μια λέξη συμπαράστασης εκείνη τη νύχτα, με έκανε να ντρέπομαι. Παρ’όλα αυτά, ήμουν σίγουρος ότι την επόμενη, τη μεθεπόμενη και όλες τις υπόλοιπες ημέρες θα ήμουν αβοήθητα ερωτευμένος μαζί της. Έμεινα σιωπηλός και κίνησα για το δωμάτιο.

Μετά από λίγο ένιωσα το γυμνό της σώμα να γλιστράει κάτω από το σεντόνι. Κόλλησε στην πλάτη μου και με έσφιξε δυνατά. Έτσι αποκοιμηθήκαμε.


About this entry